«Να πάτε στα κάστρα». Η κουβέντα ρίζωσε μέσα μου σαν υπόσχεση. Έμοιαζε με απόδραση και πρόσκληση για μια άλλη Θεσσαλονίκη μακριά από τα συνηθισμένα.
Μεθύσαμε με την ιδέα του ηλιοβασιλέματος. Ανηφορίσαμε χαμένοι για πάνω από μια ώρα σε ένα λαβύρινθο από στενά σοκάκια, ανθισμένα μπαλκόνια και γειτονιές που μοσχοβολούσαν αύρα μιας άλλης εποχής. Μέχρι που ο δρόμος μας έβγαλε στο Γεντί Κουλέ, το αγέρωχο Επταπύργιο.
Από εκεί ψηλά, ο χρόνος έμοιαζε να σταματά. Το βλέμμα ταξίδευε ελεύθερο μέχρι την άκρη του ορίζοντα, εκεί όπου οι πράσινοι παπαγάλοι έσκιζαν τον ουρανό με τις φωνές τους, σε μεγάλη απόσταση από την κοσμοσυρροή της παραλίας.
Και απέναντι, να αχνοφαίνεται ο Όλυμπος των Θεών, κρατώντας τις κορυφές του ντυμένες στα λευκά ακόμη και στην καρδιά του καλοκαιριού.
Γύρω μας, ελάχιστες φιγούρες. Παρέες που μιλούσαν σιγανά και μοιράζονταν μυστικά, ζευγάρια που έγερναν ο ένας στον ώμο του άλλου χαμένα στο δικό τους σύμπαν, άνθρωποι ρομαντικοί που κυνηγούσαν το όμορφο. Εκεί πάνω, αγκαλιά με το δειλινό, γίνεσαι ένα με τις πιο βαθιές σου σκέψεις, υποκλίνεσαι στο μεγαλείο της φύσης και αφήνεσαι σε μια στιγμή που ξέρεις ότι είναι διαφορετική…