Καθώς φεύγει το καλοκαίρι, σκέφτομαι πόσα πράγματα μπορούν να χωρέσουν σε μια εποχή και πόσα μας μαθαίνει χωρίς να το καταλαβαίνουμε την ώρα που τα ζούμε. Μερικοί μήνες, κι όμως, μέσα τους χωράνε δρόμοι, θάλασσες, βραδινές συζητήσεις, γέλια μέχρι να πονάει η κοιλιά, αυθόρμητες αποφάσεις, άνθρωποι που συναντήσαμε, άνθρωποι που ξαναθυμηθήκαμε, μικρές στιγμές που δεν φωτογραφήθηκαν ποτέ, ένα αυθόρμητο άγγιγμα στο χέρι, μια ματιά γεμάτη νόημα και, παρ’ όλα αυτά, θα μείνουν κάπου μέσα μας. Ίσως αυτό να είναι το όμορφο με το καλοκαίρι. Δεν σου ζητάει να είσαι κάτι συγκεκριμένο. Σου ζητάει μόνο να είσαι εκεί.
Να αφήσεις λίγο το πρόγραμμα στην άκρη. Να βγεις χωρίς να ξέρεις πού θα καταλήξεις. Να μείνεις λίγο παραπάνω στη θάλασσα επειδή το νερό είναι ακόμη ζεστό. Να γυρίσεις σπίτι αργά. Να γελάσεις με κάτι εντελώς ασήμαντο. Να πεις «πάμε» χωρίς να έχεις οργανώσει τίποτα. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, χωρίς να το καταλάβεις, αλλάζεις.
Όλη τη ζωή μας μαθαίνουμε να προστατεύουμε: Τη φύση, τις συνήθειες μας, τα υλικά αγαθά. Μέχρι που κάποια στιγμή, η ίδια η ζωή σε αναγκάζει να αλλάξεις πεδίο: μαθαίνεις να προστατεύεις τα συναισθήματα, την καρδιά, τον ίδιο σου τον εαυτό. Κάποτε το κάνεις αυτόβουλα, με ώριμη σιωπή, και κάποτε επειδή νιώθεις πως οι συνθήκες δεν σου αφήνουν πια άλλη επιλογή. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο δύσκολες μορφές ωρίμανσης: να μάθεις να προστατεύεσαι χωρίς να σκληραίνεις.
Υπάρχουν φορές που θέλησες να προστατεύσεις ανθρώπους που νοιάζεσαι, από επιλογές ή καταστάσεις που φοβάσαι πως μπορεί να τους πληγώσουν. Και στο τέλος να “την παθαίνουν” από αυτό για το οποίο εθελοτυφλούσαν. Εκεί ο εγωισμός σε δελεάζει να πατήσεις πάνω στην πληγή του άλλου, ειδικά τη στιγμή που ξέρεις ότι μπορείς να βγεις κερδισμένος ή δικαιωμένος. Κι όμως, επιλέγεις να μην το κάνεις. Υπάρχει μια διαφορετική δύναμη όταν επιλέγεις να μην το κάνεις. Επιλέγεις την ηρεμία και τον σεβασμό σε αυτό που πάντα πάλευες να κρατήσεις αλώβητο: την καθαρότητα της συνείδησής σου. Όχι επειδή δεν πονάς, αλλά επειδή δεν θέλεις ο πόνος σου να αλλάξει τον άνθρωπο που είσαι. Ακόμη κι αν αυτή σου η στάση αποδείχτηκε πεδίο εκμετάλλευσης ή μια ευκαιρία για κάποιους να σε κρατήσουν πίσω και να σε πολεμήσουν πισώπλατα, χωρίς φραγμούς και όρια.
Με τον καιρό, καταλαβαίνεις πως ο καθένας έχει το δικό του ταξίδι, τις δικές του αποφάσεις και τον δικό του τρόπο να μαθαίνει. Δεν μπορείς να ζήσεις τη ζωή για κανέναν, ούτε να τον προφυλάξεις από κάθε πόνο. Μπορείς μόνο να είσαι εκεί με καθαρή πρόθεση και όταν χρειάζεται, να κάνεις ένα βήμα πίσω με σεβασμό. Καταλαβαίνω σήμερα πια πως πίσω από κάθε έντονη αντίδραση ή σκληρή κουβέντα, στους ανθρώπους συχνά κρύβεται απλώς η ανάγκη του καθενός να προστατεύσει την δική του ευάλωτη πλευρά. Αν ποτέ κάποιος σε ξεγέλασε, δεν σημαίνει πως είσαι κορόιδο, απλώς είχες εμπιστευτεί λίγο περισσότερο. Η εμπιστοσύνη δεν είναι αφέλεια. Είναι η επιλογή να πιστέψεις κάτι όμορφο σε έναν άνθρωπο. Άτομα που βοήθησες χθες, ίσως και να σε παρουσιάζουν ως έναν κακό άνθρωπο σήμερα. Αλλά δεν είναι στον δικό σου έλεγχο και δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Όταν αγαπάς, δεν είναι πάντα εύκολο να αποδεχτείς πως δεν μπορείς να αποφασίσεις εσύ για τη διαδρομή του άλλου. Παρά την πικρία όμως, δεν κρατάς κακία. Εύχεσαι απλώς να μην επαναλάβουν σε άλλους ξανά όσα έκαναν σε εσένα, ώστε κάποιος να καταφέρει να ζήσει μαζί τους αυτό που ονειρεύτηκε. Κι ας ξύπνησες εσύ από το δικό σου όνειρο.
Κάποτε ίσως είχα την ανάγκη να εξηγήσω περισσότερο, να αποδείξω, να υπερασπιστώ όσα ένιωθα ή όσα πίστευα πως ήταν σωστά. Σήμερα καταλαβαίνω πως δεν χρειάζεται κάθε αλήθεια να ειπωθεί δυνατά και πως δεν χρειάζεται κάθε παρεξήγηση να διορθωθεί από εμάς. Υπάρχουν πράγματα που τα αφήνεις να τα κρίνει ο χρόνος και η ζωή. Πολλά από τα λάθη μου χρειάστηκαν χρόνο για να τα καταλάβω. Κάποια τα είδα όταν απομακρύνθηκα από την ένταση. Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα: να μην ψάχνεις συνεχώς ποιος έφταιξε, αλλά να κοιτάζεις τι μπορείς εσύ να κάνεις διαφορετικά την επόμενη φορά.
Υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να κοιτάξουν τη δική τους πλευρά. Κάποιοι ίσως επιλέγουν να μένουν σε μια παλιά εικόνα, σε μια παλιά εκδοχή των γεγονότων ή σε όσα τους είναι πιο εύκολο να πιστεύουν. Κι αυτό είναι μέρος του δικού τους ταξιδιού. Μερικές φορές μάλιστα, όταν ένας άνθρωπος αλλάζει, γίνεται πιο ήρεμος ή σταματά να εξηγεί όσα κάποτε προσπαθούσε συνεχώς να εξηγήσει, αυτό μπορεί να ξενίζει όσους τον είχαν συνηθίσει διαφορετικό. Όμως η αλλαγή δεν χρειάζεται πάντα να αναγνωριστεί από τους άλλους για να είναι αληθινή. Και κάπως έτσι μαθαίνεις να αφήνεις πίσω σου και την ανάγκη για δικαίωση. Όχι επειδή δεν υπήρξαν πράγματα που πόνεσαν. Αλλά επειδή καταλαβαίνεις πως η ζωή δεν χρειάζεται πάντα να σου επιστρέψει αυτό που θεωρούσες δίκαιο. Κάθε καλοκαίρι τελειώνει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τελειώνει και η χαρά που σου άφησε. Κάποια πράγματα γίνονται αναμνήσεις, κάποια μαθήματα και κάποια απλώς μια όμορφη ιστορία που κουβαλάς μαζί σου.
Κάποτε μπορεί να αισθανθείς πως η καλοσύνη, η εμπιστοσύνη ή η διάθεσή σου να βοηθήσεις δεν εκτιμήθηκαν όπως θα ήθελες. Ίσως κάποια πράγματα που έκανες με καλή πρόθεση να παρερμηνεύτηκαν. Ίσως άνθρωποι που κάποτε στάθηκες δίπλα τους να σε είδαν αργότερα μέσα από μια διαφορετική εικόνα.
Κι αυτό, όσο κι αν πονάει, μαθαίνεις να το αφήνεις. Γιατί δεν μπορείς να ελέγξεις τον τρόπο με τον οποίο κάποιος θα σε θυμάται, ούτε να διορθώσεις κάθε εικόνα που έχει σχηματίσει για σένα. Μπορείς μόνο να ξέρεις ποιος ήσουν, τι πρόθεση είχες και τι άνθρωπος επέλεξες να είσαι όταν κανείς δεν σου εγγυόταν ότι θα ανταμειφθείς γι’ αυτό.
Ένα καλοκαίρι δεν το καθορίζουν μόνο τα μεγάλα γεγονότα. Το καθορίζει το παγωτό που έλιωσε πριν προλάβεις να το φας. Η άμμος που έμεινε στα πόδια σου μετά την παραλία. Η μουσική στο αυτοκίνητο με τα παράθυρα ανοιχτά. Ένα βραδινό μπάνιο. Η σκηνή του κάμπινγκ που έπεσε στα ξαφνικά. Ένα ηλιοβασίλεμα που σταμάτησες για λίγο να κοιτάξεις χωρίς να βγάλεις φωτογραφία. Και ίσως εκείνο το ένα λεπτό που έμεινες λίγο περισσότερο κάπου, απλώς επειδή δεν ήθελες ακόμη να τελειώσει η στιγμή. Αυτά είναι τελικά τα καλοκαίρια. Όχι οι τέλειες εικόνες τους, αλλά οι μικρές ατέλειες που τα κάνουν δικά μας.
Αυτό το καλοκαίρι, νομίζω, μου έμαθε να είμαι λίγο πιο ήρεμος. Να χαίρομαι περισσότερο τα απλά. Να μην ψάχνω συνεχώς απαντήσεις. Να μη φοβάμαι τόσο πολύ το αύριο. Να αφήνω τους ανθρώπους ελεύθερους να είναι αυτό που είναι. Και να αφήνω κι εμένα ελεύθερο να γίνομαι αυτό που μπορώ. Μέσα από όλη αυτή τη διαδρομή, μαθαίνεις και κάτι ακόμη: τι σημαίνει τελικά αγάπη για σένα και τι όχι.
Ανάμεσα σε βραδιές που κράτησαν λίγο περισσότερο και σε στιγμές που δεν χρειάζονταν πρόγραμμα για να συμβούν, έμαθα πως αγάπη δεν είναι να προσπαθείς αδιάκοπα να κρατήσεις κάτι όρθιο μόνος σου, ούτε να πείθεις τον εαυτό σου πως όλα θα βρουν τον δρόμο τους, όταν μέσα σου νιώθεις πως η προσπάθεια έχει πάψει να είναι αμοιβαία.
Η αγάπη χρειάζεται προσπάθεια, αλλά και την όμορφη φυσικότητα που έχουν οι καλοκαιρινές στιγμές: να βρίσκεστε μαζί χωρίς να μοιάζει κάθε συνάντηση με κάτι που πρέπει να καταφέρεις. Να υπάρχει χώρος να πεις αυθόρμητα «πάμε μια βόλτα;», να χαθείτε λίγο μέσα σε μια συζήτηση και να μείνετε κάπου περισσότερο απλώς επειδή περνάτε όμορφα. Δεν είναι να πασχίζεις να στριμωχτείς στο πρόγραμμα και στα ωράρια του άλλου για να μην παραδεχτείς ότι οι προσπάθειές σου καταρρέουν, λες κι η σχέση είναι ένα διεκπεραιωτικό ραντεβού κάθε βδομάδα «Τετάρτη ή Πέμπτη, στις 5 μετά τη δουλειά».
Και ίσως, όταν αυτή η φυσικότητα και η ασφάλεια λείπουν, η καρδιά να αρχίζει να ψάχνει μικρές απαντήσεις. Κάποιοι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη μόλις ξυπνήσουν, να ιχνηλατήσουν το χθες. Να δουν αν το δικό τους «καληνύχτα» ήταν όντως ο επίλογος της μέρας για τον άνθρωπό τους, ή αν η προσοχή του συνέχισε να ταξιδεύει και η επικοινωνία βρήκε συνέχεια κάπου μακριά τους. Είναι η ανάγκη να επιβεβαιώσουν πως ο δικός τους χώρος στη ζωή του άλλου παραμένει αποκλειστικός και προστατευμένος. Γιατί όταν υπάρχει πραγματική ασφάλεια, δεν χρειάζεται να ψάχνεις πίσω από τις κινήσεις του άλλου για να καταλάβεις τι σημαίνεις γι’ αυτόν. Το νιώθεις. Σαν εκείνα τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια που δεν κοιτάζεις την ώρα και δεν αναρωτιέσαι πότε πρέπει να φύγεις. Απλώς μένεις λίγο ακόμη επειδή νιώθεις πως, για εκείνη τη στιγμή, βρίσκεσαι ακριβώς εκεί που θέλεις να είσαι.
Υπάρχουν και εκείνες οι στιγμές που οι ίδιοι άνθρωποι γλιστρούν ασυναίσθητα στο παρελθόν. Αναζητούν τα ψηφιακά ίχνη ανθρώπων που κάποτε ήταν εκεί, έστω κι αν σήμερα υπάρχει κάποιος δίπλα τους. Δεν πρόκειται για απόρριψη του παρόντος, μα μια προσπάθεια να κατανοήσουν ίσως την ίδια εκείνη ανασφάλεια που κάποτε ξύπνησαν σε άλλους και δεν καταλάβαιναν.
Άλλωστε, όλοι κουβαλάμε τις δικές μας ανασφάλειες και κάποιες φορές αντιδρούμε μέσα από πληγές που δεν έχουμε ακόμη καταλάβει. Κάποιες από αυτές ίσως δημιουργήθηκαν από ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας, κάποιες άλλες μπορεί να τις δημιουργήσαμε άθελά μας σε ανθρώπους που αγαπήσαμε. Η αγάπη δεν είναι να κρατάς κάποιον από φόβο μην τον χάσεις. Είναι να μπορείς να είσαι δίπλα του χωρίς να χρειάζεται να μικρύνεις, να ελέγξεις ή να αποδείξεις κάτι. Να υπάρχει χώρος για εμπιστοσύνη, για ελευθερία, για αλήθεια και για δύο ανθρώπους που επιλέγουν ο ένας τον άλλον χωρίς να χρειάζεται να πείσουν κανέναν.
Το να αγαπάει απλώς ο ένας τον άλλον, δεν είναι αρκετό. Να μάθεις να αγαπάς πιο ήρεμα. Με λιγότερο φόβο, λιγότερη ανάγκη για βεβαιότητες και περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτό που είναι αληθινό. Με την ήσυχη αναγνώριση πως ό,τι υπήρξε αληθινό δεν χρειάζεται να ακυρωθεί. Δεν χρειάζεται να ακυρώσεις κάτι όμορφο επειδή δεν κράτησε για πάντα. Όπως δεν ακυρώνεις ένα καλοκαίρι επειδή κάποτε τελειώνει.
Τι καθορίζει, λοιπόν, ένα καλοκαίρι ή μια ολόκληρη εποχή μέσα μας; Είναι οι εμπειρίες; Είναι οι αναμνήσεις; Ή μήπως η νοσταλγία για όσα ζήσαμε; Μήπως είναι αυτό που το έκανε διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα, όπως το αστείο που δεν μοιράστηκες ενώ ξέρεις πως θα γελούσαν; Το ένα λεπτό που θα μείνετε αγκαλιασμένοι, να νιώθεις τη ζεστασιά του άλλου πάνω στο δέρμα σου και να ακούτε τις ανάσες σας να συντονίζονται ύστερα από μια μεγάλη ημέρα; Αυτή η αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να πεις τίποτα, παρά μόνο να αφεθείς στο άγγιγμα του ανθρώπου που έχεις απέναντί σου.
Μαζί με το καλοκαίρι φεύγουν πολλά περισσότερα. Φεύγει η σκέψη που έχεις για κάποιους ανθρώπους. Τα χρώματα της θάλασσας παίρνουν μαζί τους κι όλα τα χρώματα που οι άνθρωποι έφεραν στη ζωή μας.
Να κρατάς τους ανθρώπους που προτιμούν να αλλάζουν από το να σε χάνουν λόγω εγωισμού. Που δεν αποφεύγουν τις δύσκολες συζητήσεις αφού ξέρουν πως γίνονται επειδή θέλετε κι οι δυο να γίνετε καλύτεροι μαζί και δεν τις βλέπουν ως επίθεση, αλλά για να καταλάβει καλύτερα ο ένας τον άλλον, όχι για το ποιος θα κερδίσει. Σε 100 χρόνια δεν θα υπάρχουμε αλλά ούτε και αυτοί που σήμερα μπορεί να μας επικρίνουν, κανένας δεν θα υπάρχει να μας θυμάται και τίποτα από εμάς δεν θα υπάρχει. Κι αυτό είναι σημάδι να μην χάνουμε στιγμή χωρίς να τη ζούμε όπως θέλουμε. Άλλωστε, σε εκατό χρόνια δεν θα έχει σημασία ποιος είχε δίκιο σε μια κουβέντα, ποιος έστειλε πρώτος μήνυμα, ποιος άργησε, ποιος έφυγε ή ποιος έμεινε. Αυτό που ίσως αξίζει είναι πόσο αληθινά ζήσαμε όσο ήμασταν εδώ. Πόσο γελάσαμε. Πόσο αγαπήσαμε. Πόσο τολμήσαμε. Πόσο όμορφα φερθήκαμε στους ανθρώπους που βρέθηκαν για λίγο ή για πολύ στον δρόμο μας.
Έτσι θέλω να φύγει αυτό το καλοκαίρι. Όχι με πίκρα. Με ευγνωμοσύνη. Για όσα μου έδωσε. Για όσα μου έμαθε. Για όσα με έκανε να δω διαφορετικά. Και για όλους εκείνους που, με οποιονδήποτε τρόπο, έβαλαν ένα μικρό χρώμα στις μέρες του. Κάποιοι άνθρωποι μένουν στη ζωή μας. Κάποιοι αλλάζουν θέση. Κάποιοι γίνονται ανάμνηση. Και κάποιοι, χωρίς να το ξέρουν, γίνονται μέρος του ανθρώπου που τελικά γινόμαστε. Και αν κάποτε οι δρόμοι σου συναντηθούν ξανά με ανθρώπους που υπήρξαν σημαντικοί, να μπορείς να τους κοιτάξεις με την ίδια ζεστασιά που κοιτάς μια παλιά φωτογραφία από ένα όμορφο καλοκαίρι. Χωρίς απαίτηση. Χωρίς βάρος. Μόνο με ένα χαμόγελο για το ότι κάποτε υπήρξε αυτή η στιγμή.
Και κάποιες φορές, όπως τα καλοκαίρια και οι εποχές που φεύγουν κι έρχονται, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πώς θα ήταν αν, κάποια μέρα, συναντούσα έστω και τυχαία ξανά ανθρώπους που κάποτε ήταν πολύ κοντά μου. Για ποια “νέα” της ζωής μας θα μιλούσαμε; Δεν ξέρω ακόμη τι συναίσθημα θα έφερνε μια τέτοια στιγμή. Ίσως χαμόγελο, ίσως αμηχανία, ίσως μια μικρή συγκίνηση ή όλα αυτά μαζί. Ή αν θα υπήρχε εκείνη η παράξενη αίσθηση του να κοιτάς έναν γνώριμο άνθρωπο και να συνειδητοποιείς πόσο διαφορετικά τον βλέπεις πια. Υπάρχουν άνθρωποι που, όσο κι αν περάσει ο καιρός, η συνάντησή τους θα έχει πάντα κάτι λίγο παράξενο. Όχι απαραίτητα δύσκολο και άσχημο. Απλώς διαφορετικό από κάθε άλλη συνάντηση.
Γιατί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να βρεθείς απέναντι σε έναν άνθρωπο που γνωρίζεις τόσο καλά και ταυτόχρονα δεν γνωρίζεις πια με τον ίδιο τρόπο. Και ίσως αυτό να είναι από τα πιο παράξενα πράγματα που μας μαθαίνει ο χρόνος. Οι άνθρωποι αλλάζουν, αλλάζουν οι ζωές μας, κι όμως κάποιες κοινές αναμνήσεις παραμένουν κάπου ανάμεσα στο «τότε» και στο «τώρα».
Και στο τέλος, ίσως μένει μια απλή ερώτηση να αιωρείται: Εσένα, ποιος σε προστατεύει;
Ίσως η απάντηση να κρύβεται στην απλότητα μιας αυθεντικής παρουσίας:
« – Θα πας ταξίδι με τις φίλες σου; »
« – Όχι, γιατί αν πήγαινα, θα σε ήθελα μαζί μου. »