Σε είδα όνειρο. Ξαφνικά ένα βράδυ, βρέθηκα σε έναν κόσμο που ένιωθα παράξενα οικείο, αλλά ταυτόχρονα τελείως ξένο. Εκεί που σε συνάντησα ξανά. Εκεί που οι σκέψεις γίνονται εικόνες.
Χωρίς προειδοποίηση, όπως πάντα σε όλα.
Ήμουν πάνω σε πλοίο, κρουαζιέρα. Σε μια απέραντη θάλασσα.
Και ξαφνικά, μια έκπληξη. Μια πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκες εσύ μπροστά μου. Σαν να μην έλειψες ποτέ. Σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από τότε που ήμασταν “εμείς”. Το περίεργο δεν ήταν ότι εμφανίστηκες. Ήταν ότι δεν ρώτησα “γιατί”.
Ξάπλωσες δίπλα μου. Η αγκαλιά ήταν ίδια. Η οικειότητα δεν χάθηκε.
Και τότε έκλαψες, με ένα σιωπηλό πόνο που γέμιζε το δωμάτιο. Κι εγώ εκεί να τα νιώθω όλα χωρίς να ξέρω το γιατί, αλλά αρκούσε που τα νιώθαμε μαζί. Δεν έκλαιγες δυνατά. Σαν να φοβόσουν μην ξυπνήσει το παρελθόν.
Ήταν όλα μια υπενθύμιση του πάθους, της σύνδεσης, της απόλυτης αίσθησης ότι ανήκαμε ο ένας στον άλλον.
Σε κάποια φάση, το πλοίο σταμάτησε, κι εσύ εξαφανίστηκες πάλι ξαφνικά. Η ηρεμία έγινε αγωνία. Η αγωνία να σε βρω γιατί το πλοίο θα ξεκινούσε πάλι. Κι όταν το ένιωσα να κινείται, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ο φόβος να μην μείνεις πίσω.
Και τότε σε είδα ξανά. Εμφανίστηκες. Ήσουν εκεί. Πρόλαβες.
Ανακούφιση.
Και μετά, ξαφνικά… πάλι τίποτα. Ξύπνησα με την αίσθηση ότι άφησα κάτι πίσω μου.
Και κάτι μέσα μου σαν να συνέχιζε να ταξιδεύει.
ΣΕ ΕΙΔΑ ΟΝΕΙΡΟ…